ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3869/2010

 

Άρθρο 1 – Πεδίο Εφαρμογής

1.  Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση "των οφειλών τους" και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151).3.  Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά.

 
Άρθρο 2 – Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού

1.  Τα μέρη δύνανται πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παράγραφος 1 του παρόντος να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που επιλεγεί αυτή η διαδικασία και αποτύχει, ο οφειλέτης δύναται να καταθέσει την αίτηση του άρθρου 4 του παρόντος ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου με το αναφερόμενο στο άρθρο 4 του παρόντος περιεχόμενο, καθώς και αντίγραφο του πρακτικού αποτυχίας της διαμεσολάβησης. Μετά την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ο οφειλέτης υποχρεούται να ακολουθήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 διαδικασία. Στο πλαίσιο του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δύναται να ζητά τη συμβουλευτική συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994 (Α' 191) της Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου.[2.-3. παραλείπονται ως μη ισχύουσες]

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και να τον ενημερώσουν εγγράφως για το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.» Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου πρόστιμο που ανέρχεται από πεντακόσια έως δέκα χιλιάδες ευρώ. Οι καταγγελίες για τις παραβάσεις αυτές κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

5.  Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην Ελληνική Επικράτεια κατά το άρθρο 142 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια.

 
Άρθρο 3 – Αρμόδιο Δικαστήριο - Διαδικασία

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του. To αρμόδιο Ειρηνοδικείο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

 
Άρθρο 4 – Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

1.  Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

2.  Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' και β' της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/ 1997 (Α' 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου. Τα υπό α' και β' έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης.

3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της. Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο γ' του παρόντος.[4. παραλείπεται ως μη ισχύουσα]

5.  Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοιχεία της υπόθεσης.6.  Αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.7.  Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται υποδείγματα των πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταστάσεων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών που προβλέπονται στο νόμο αυτόν.

 
Άρθρο 5 - Προδικασία

1.  Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση να επιδώσει την αίτηση στους πιστωτές και τους εγγυητές. Εντός μηνός από την επίδοση οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στο φάκελο τις απόψεις τους για το σχέδιο ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος. Οι πιστωτές μπορούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συναίνεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 2-4 του παρόντος, επέρχεται ο προδικαστικός συμβιβασμός των μερών. Ο συμβιβασμός των μερών επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη στην ταχθείσα ημέρα, κατά τα άρθρα 210 επ. και 293 Κ.Πολ.Δ., και επιφέρει την ανάκληση της αίτησης.

2.  Αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρως, εφόσον πρόκειται για καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 παράγραφος 2, εφόσον υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία. Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2. Το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντος, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος, περίπτωση κατά την οποία ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ.2 του ν.3869/2010. Η επικύρωση ή η όποια απόφαση ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται κατά το άρθρο 758 με δυνατότητα προσωρινής ρύθμισης κατά το άρθρο 781 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

 
Άρθρο 6 – Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη.» Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης επί του σχεδίου διευθέτησης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

2. To δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους.[4. παραλείπεται ως μη ισχύουσα]

5.  Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

 
Άρθρο 7 – Δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς

1. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές δύνανται να συμβιβάζονται και μετά την ημέρα επικύρωσης έως την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, οπότε εμφανίζονται ενώπιον του Ειρηνοδίκη, υποβάλλουν το σχέδιο και ζητούν την επικύρωσή του. Το σχέδιο επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη και αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές ανακαλείται αυτοδικαίως.

2.  Αν συγκατατίθενται στο σχέδιο πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων, ο Ειρηνοδίκης υποκαθιστά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την έλλειψη συγκατάθεσης των πιστωτών που αντιτίθενται καταχρηστικά στο συμβιβασμό. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι επήλθε ο συμβιβασμός και η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη ανακαλείται αυτοδικαίως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιδώσει στους πιστωτές, οι οποίοι δεν συγκατατίθενται αντίγραφο, του επικυρωμένου σχεδίου.

3. Δεν επιτρέπεται υποκατάσταση της συγκατάθεσης πιστωτή όταν: α) η απαίτηση του πιστωτή που αντιτίθεται δεν ικανοποιείται σε ανάλογο, σε σχέση με τους άλλους πιστωτές, βαθμό ή β) σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, ο πιστωτής που αντιτίθεται αποδεικνύει ότι θα περιέλθει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτήν στην οποία θα περιερχόταν, αν συνεχιζόταν η διαδικασία απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές, ή γ) αμφισβητείται απαίτηση από οφειλέτη ή οποιονδήποτε πιστωτή.4. Οι πιστωτές δεν αποκτούν απαίτηση κατά του οφειλέτη για τα έξοδα και τις δαπάνες που δημιουργούνται από τη διαδικασία και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

 
Άρθρο 8 – Δικαστική ρύθμιση χρεών

1.  Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Η απόφαση εκδίδεται κατά προτεραιότητα. «Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο.» Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση πριν από την πάροδο ενός έτους.

2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.» Με την απόφαση μπορεί να οριστεί ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανά διαστήματα που ορίζονται σε αυτή με βάση αντικειμενικό δείκτη αναφοράς. Η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας στους πιστωτές, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το δικαστήριο. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέτης υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Σε περίπτωση που αμφισβητούμενη απαίτηση, η οποία έχει ενταχθεί στη ρύθμιση απορριφθεί τελεσίδικα, οι λοιποί πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση του πιστωτή της αμφισβητούμενης απαίτησης και έχουν από αυτόν αξίωση καταβολής στην αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα του ποσού που εισέπραξε εξαιτίας της ένταξης της απαίτησης στη ρύθμιση. Σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στη ρύθμιση αμφισβητούμενη απαίτηση, η ύπαρξη της οποίας επαληθευτεί ακολούθως με τελεσίδικη απόφαση, ο πιστωτής υποκαθίσταται κατά την αναλογία της απαίτησής του στις θέσεις των υπολοίπων πιστωτών για τα ποσά που αναλογούν στην απαίτησή του και έχει από αυτούς αξίωση καταβολής των ποσών που εισέπραξαν εξαιτίας της μη ένταξης της απαίτησής του στις υπό ρύθμιση οφειλές. To δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων των χρηματικών διανομών που αντιστοιχούν σε αμφισβητούμενη απαίτηση που έχει ενταχθεί σε ρύθμιση μέχρι την επαλήθευσή της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

3. Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδικαιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4.

4. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της στο αρμόδιο δικαστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση μπορεί να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τροποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφειλέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έχει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιήσει συμμέτρως όλους τους πιστωτές.

5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.6. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.

 
Άρθρο 9 – Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας – Προστασία κύριας κατοικίας

1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Εργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή.2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. «Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας.» Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος.Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος,» και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. «Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη.» Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. «Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών.

3. Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στο σύνολο των απαιτήσεών τους, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα.4. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.

 
Άρθρο 10 – Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί.«Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως ή με βαριά αμέλεια να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4.» Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωσή του είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης.

2.  Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή.

3. Ύστερα από αίτηση πιστωτή στον οποίο έχει γίνει η επίδοση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 και η οποία διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη.


Άρθρο 11 – Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, "στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και" στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. To δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών.

2. Σε περίπτωση που o οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση μετά από αίτηση θιγόμενου πιστωτή που κατατίθεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται πριν δεκαπέντε ημέρες.

3.  Σε περίπτωση που δεν ευοδωθεί η απαλλαγή από τις οφειλές με τη διαδικασία του παρόντος νόμου, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Για τον προσδιορισμό του ύψους των απαιτήσεων αποκλείεται, εφόσον είχε γίνει δεκτή η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ο ανατοκισμός από την κοινοποίηση της αίτησης αυτής στους πιστωτές και αφαιρούνται τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τον οφειλέτη.

 
Άρθρο 12 – Δικαιώματα ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών

Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή.

 
Άρθρο 13 – Τήρηση Αρχείου Αιτήσεων

1. Στη Γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου τηρείται αλφαβητικό αρχείο των προσώπων που έχουν υποβάλει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στο οποίο εγγράφονται τα ονόματα των αιτούντων, η πορεία των αιτήσεών τους και οι αποφάσεις που εκδίδονται. Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Αρχείο, στο οποίο καταχωρίζονται τα πιο πάνω στοιχεία για ολόκληρη τη χώρα. «Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται για αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, ανακληθούν ή καταλήξουν σε συμβιβασμό σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 του παρόντος.» Πρόσβαση σε πληροφορίες του αρχείου μπορεί να έχει κάθε ενδιαφερόμενος. Μετά την πάροδο πενταετίας από την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 πρόσβαση σε στοιχεία του οφειλέτη στο αρχείο επιτρέπεται μόνο για τον έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την τήρηση των αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά.2. Πριν από τη συζήτηση αίτησης οφειλέτη που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος το Ειρηνοδικείο ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο παραπάνω αρχείο αν εκκρεμεί αίτηση για τον οφειλέτη αυτόν και αν έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές του.

 
Άρθρο 14 – Ένδικα μέσα

Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 
Άρθρο 15 – Αναλογική εφαρμογή διατάξεων

Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

 
Άρθρο 16 – Χρόνος τήρησης και χρήσης δεδομένων

Ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

 
Άρθρο 17 – Διαγραφή απαιτήσεων

Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται η παράγραφος 10 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

 
Άρθρο 18 – Αύξηση θέσεων Ειρηνοδικών

Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται κατά ογδόντα και ορίζεται συνολικά σε επτακόσιες σαράντα μία.
 

Άρθρο 19 – Μεταβατικές διατάξεις

1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι 31η Δεκεμβρίου 2013 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9. Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας.2. Αιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλονται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

.
Άρθρο 20 – 21 (Παραλείπονται ως μη αφορώντα τον παρόντα ν.)

 
Άρθρο 22

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου 2010, εκτός από τα άρθρα 20 και 21 η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

 

 

Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α’ 94/14-8-2015)

ΟΙ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΩΝΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ

(Ν.3869/2010)

 

 

Οι τροποποιήσεις αφορούν ειδικότερα τα άρθρα1,2,4,5,6,8,9,10 και 13 του νόμου αυτού ενώ προστέθηκε και νέο άρθρο 5Α.Στο άρθρο 2 της Υποπαραγράφου 4 όπου προβλέπονται οι αλλαγές αυτές ρυθμίζεται και το μεταβατικό καθεστώς για τις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί και εκκρεμούν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των νέων διατάξεων.

 

 

Ακολουθούν οι τροποποιήσεις με το ν.4336/2015 στα άρθρα του νόμου3869/2010:


1. Το άρθρο 1 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοιατου άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη καιγενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους,δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση τωνοφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλουαποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις τουπαρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, ηοποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασίαδιευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλώντων προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογήςτου παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης:α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον ΚώδικαΦορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων(Κ. Ε.Δ. Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τιςπροσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν,β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης(Ο.Τ. Α.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουνδιαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμηςκαταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν απόεισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ήκαι των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν. 1337/1983 απόφόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς ΤοπικήςΑυτοδιοίκησης καιγ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης,όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκουςεκπρόθεσμης καταβολής.Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α' , β' και γ' πρόσωπα, δεν επιτρέπεται νασυνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προςαυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές τουπρος τους ιδιώτες πιστωτές.

3. Στην διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οφειλές τουεδαφίου β' της παραγράφου 2 οι οποίες:α) έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης καιβ) βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από τηνάσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκουβοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιονδιοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον τουαρμόδιου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο. εφόσον οι υποθέσειςεκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δενέχουν ακόμη συζητηθεί.Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου δύνανται κατ' επιλογήν τουοφειλέτη να υπαχθούν επίσης οι οφειλές του, οι οποίες κατά την ημερομηνίακατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικασία τουπαρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ήέχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναισε ισχύ.

4. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οιοποίες: είτεα) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση τηςαίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτεβ) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ήβαρεία αμέλεια, είτεγ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτεδ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου. Οπεριορισμός του εδαφίου α' στοιχείο α' δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές τουεδαφίου β' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»2. Στο άρθρο 2 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4α ως εξής:«4.α. Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού(Ο.Τ.Α.), τα νομικά πρόσωπα αυτών και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισηςυποχρεούνται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη ναπαραδώσουν σε αυτόν εντός της ανωτέρω προθεσμίας αναλυτική κατάσταση:α) των βεβαιωμένων οφειλών στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τονΚώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.). τον Κώδικα Είσπραξης ΔημοσίωνΕσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκουςεκπρόθεσμης καταβολής, αναφέροντας και το επιτόκιο εκπρόθεσμηςκαταβολής,β) των βεβαιωμένων οφειλών προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης(Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως περιγράφονταιστην παρ. 2 εδάφιο β' στοιχείο β' : του άρθρου 1 του παρόντος νόμου,αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής,γ) των βεβαιωμένων ασφαλιστικών οφειλών προς τους ΟργανισμούςΚοινωνικής Ασφάλισης.»3. Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής.«1 .Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στογραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα τηςπαραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει νααναφέρει:α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεωςεισοδήματά τους,β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με ταοριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου,γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στιςοποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνίακατάθεσης της αίτησης,δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5°του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, πουλαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα τωνπιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίουκαι της οικογενείας του και την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα μετα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου. Μεκοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας,Ναυτιλίας και Τουρισμού, Δικαιοσύνης Διαφάνειας και ΑνθρωπίνωνΔικαιωμάτων και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και ΚοινωνικήςΑλληλεγγύης που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση τουπαρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παρούσαςπαραγράφου με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικάέγγραφα και δικαιολογητικά.»4. Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«2. Η αίτηση της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από:α) τα έγγραφα που ο οφειλέτης έχει στη διάθεσή του και αφορούν στηνπεριουσία και τα εισοδήματά του ιδίου και του συζύγου, στα κάθε φύσηςεισοδήματα του, στους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους,β) έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά την ορθότητα τουπεριεχομένου της αιτήσεως της παραγράφου 1. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν.1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν.2479/1997 (Α' 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση τουπροηγούμενου εδαφίου.»

5. Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«3. Με την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης και των εγγράφων τηςπαραγράφου 2, η γραμματεία του ειρηνοδικείου, προβαίνει χωρίς υπαίτιακαθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από τηνπαραλαβή της στον τυπικό έλεγχο αυτής, όσον αφορά την πληρότητα τουπεριεχόμενου της και των εγγράφων που τη συνοδεύουν και την καταβολή απότον αιτούντα κάθε τέλους που προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία ωςπροϋπόθεση για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης. Με την κατάθεσητης αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίοτοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας όλα τα έγγραφα και στοιχεία πουαφορούν στην αίτησή του.»

6. Στο άρθρο 4 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:«4. Εφόσον από τον ανωτέρω έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε έλλειψηόσον αφορά το περιεχόμενο της αίτησης, τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα ή τηνκαταβολή των απαραίτητων για τη συζήτηση της αίτησης τελών, όπως αυτάπροσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, η αίτησητου οφειλέτη εισάγεται άμεσα προς προσδιορισμό δικασίμου για την συζήτησητης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου.Εφόσον κατά τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η αίτηση, ταπροσκομισθέντα έγγραφα και δικαιολογητικά δεν πληρούν τις προϋποθέσειςτου νόμου ή δεν είναι ακριβή και πλήρη, η γραμματεία του δικαστηρίουπροσκαλεί τον αιτούντα, είτε εγγράφως είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας ήηλεκτρονικού ταχυδρομείου να προβεί στις αναγκαίες διευκρινίσεις, διορθώσειςή συμπληρώσεις της αίτησης, των δικαιολογητικών και των συνοδευτικώνεγγράφων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την λήψη τηςσχετικής πρόσκλησης, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας ο φάκελος τηςαίτησης τίθεται στο αρχείο. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παραταθεί μέχριένα (1) μήνα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τις συνθήκες και το είδος τωνστοιχείων που πρέπει να συμπληρωθούν. Μέχρις ότου συμπληρωθούν οιελλείψεις που επισημάνθηκαν από την γραμματεία του δικαστηρίου δεν έχειολοκληρωθεί η διαδικασία της κατάθεσης της αίτησης και δεν είναι δυνατός οπροσδιορισμός δικασίμου για την συζήτησή της.»

7. Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ωςεξής:«5. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης του οφειλέτη προσδιορίζεταιυποχρεωτικώς εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης τηςκατάθεσής της. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τηνολοκλήρωση της κατάθεσης της αιτήσεώς του να επιδώσει αντίγραφο αυτήςστους πιστωτές και τους εγγυητές του. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης τηςαίτησης προσδιορίζεται επίσης η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτεεπικυρώνεται ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκηείτε συζητείται αι ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής καιτη λήψη προληπτικών μέτρων κατ' εφαρμογή του άρθρου 781 του ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας.Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών απότην ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης .Η ημέρα συζήτησης της αιτήσεωςτου άρθρου 5α προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών από τηνολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης ήτης συζήτησης της αναστολής ή της συζήτησης της αιτήσεως του άρθρου 5ααπαγορεύεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη όσον αφοράτις απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του και ημεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.»

8. Η παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«6. Από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης και εφεξής: α) οοφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει συμμέτρως προς τους πιστωτές του στιςμηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο εδάφιο γ' της παραγράφου 2 του άρθρου5 του παρόντος νόμου, β) αναστέλλεται μέχρι την έκδοση οριστικήςαποφάσεως η παραγραφή των απαιτήσεων των πιστωτών που έχουνσυμπεριληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και γ)επέρχεται η λύση της μέχρι τότε ισχύουσας ρύθμισης ή διευκόλυνσης ήτμηματικής καταβολής των οφειλών του εδαφίου β' της παραγράφου 2 τουάρθρου 1, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως τουοφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σεαναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ήδιευκόλυνση τμηματικής καταβολής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 τουάρθρου 1 του παρόντος νόμου.»

9. Στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο στ' ωςεξής:«Η απόφαση περί επικύρωσης ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο758 ΚΠολΔ».

10. Η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3859/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5α του παρόντος νόμου ανδεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση ο ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά τηνημέρα επικύρωσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή ενός εκ των πιστωτώνπου αναφέρονται στην αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως για κάθε ζήτημα πουχρήζει προσωρινής ρυθμίσεως σύμφωνα με τα άρθρα 745, 751 και 781ΚΠολΔ, και ιδίως για την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά τουοφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης τηςπεριουσίας του και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που ο οφειλέτηςυποχρεούται να καταβάλλει προς τους πιστωτές που έχουν συμπεριληφθείστην αίτηση. Για τη χορήγηση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, οειρηνοδίκης πιθανολογεί μεταξύ άλλων: α) το παραδεκτό της αιτήσεως τουοφειλέτη, β) την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 τουάρθρου 1 του παρόντος νόμου, γ) την τήρηση της προδικασίας τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, δ) την ανάγκη προστασίαςτου δικαιώματος, στην εξασφάλιση του οποίου αποβλέπει η προσωρινήδιαταγή και το επείγον αυτής.Η χρονική ισχύς της ανωτέρω προσωρινής διαταγής δεν μπορεί να υπερβαίνεισε διάρκεια τους έξι (6) μήνες, συνυπολογιζόμενης και της περιόδουαναστολής άσκησης καταδιωκτικών μέτρων, αρχομένης από την ολοκλήρωσητης κατάθεσης της αίτησης ή εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχειπροσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριαςαιτήσεως του οφειλέτη,Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 781ΚΠολΔ.»

11. Στο άρθρο 5 του ν 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:«3. Το ποσό των μηνιαίων δόσεων που διατάσσονται με την προσωρινήδιαταγή της παραγράφου 2 καταβάλλεται συμμέτρως προς τους πιστωτές, Οιμηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικήςαπόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8παράγραφος 2. Ο καθορισμός του ποσού των τελευταίων ενήμερων μηνιαίωνκαταβολών πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα κάλυψης ευλόγων δαπανώνδιαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του ΚυβερνητικούΣυμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχριςότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ΈρευναΟικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η ΕλληνικήΣτατιστική Υπηρεσία, και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνεςκοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, ωστόσο το ανωτέρω ποσόδεν μπορεί να είναι κατώτερο του 10% των μηνιαίων δόσεων που ο αϊτώνόφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι την κατάθεση της αίτησης.Κάθε ποσό που υπολείπεται μετά την αφαίρεση του ποσού που καλύπτει τιςεύλογες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και των προστατευόμενων μελώντης οικογένειάς του, διανέμεται συμμέτρως στους πιστωτές. Σε κάθεπερίπτωση, το ελάχιστο συνολικό ποσό καταβολής στους δανειστές δενμπορεί να υπολείπεται των σαράντα (40) ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση από ταοριζόμενα στα εδάφια 2, 3 και 4 επιτρέπεται μόνον εφόσον ο αϊτών πληροί τιςπροϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου, οπότε είναιδυνατός ο προσδιορισμός της μηνιαίας δόσεως σε ποσό που υπολείπεται τωνανωτέρω ορίων ή και ο ορισμός μηδενικών δόσεων.»

12. Στο άρθρο 5 του ν 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής.«4. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τωνδόσεων που ορίζονται από τον ειρηνοδίκη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, μεσυνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνειαθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων, ο ειρηνοδίκης ή το κατάπερίπτωση αρμόδιο δικαστήριο διατάσσει την ανάκληση της προσωρινήςδιαταγής με την οποία ορίστηκε η καταβολή των δόσεων, ή την ανάκληση κάθεάλλου προληπτικού ή ανασταλτικού μέτρου, Η αίτηση του πιστωτή για τηνανάκληση κατατίθεται στο το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από τηδημιουργία του λόγου ανάκλησης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται προδέκα ημερών.»

13. Στο ν. 3869/2010 προστίθεται άρθρο 5α με τον υπότιτλο «ΤαχείαΔιευθέτηση Μικροοφειλών» ως εξής:« Αρθρο 5α Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών1. Εφόσον ο οφειλέτης αποδεικνύει σωρευτικώς ότι:α) κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης και της επικύρωσης δεν διαθέτειοποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσηςακίνητης περιουσίας κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση τηςαίτησης,β) τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του είτε ως δικαιούχου είτε ωςσυνδικαιούχου. συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων του σε πιστωτικάιδρύματα δεν υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ,γ) οι οφειλές που περιλαμβάνονται στην αίτηση του κατά το άρθρο 4παράγραφος 1 του παρόντος νόμου συνιστούν το σύνολο των υποχρεώσεωντου οφειλέτη,γ) το ύψος των υπό β' οφειλών του δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000)ευρώ. συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και πάσης φύσεωςπροσαυξήσεωνδ) οι περιλαμβανόμενες στην αίτηση οφειλές δεν είναι εξαιρετέες από το πεδίοεφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1,ε) δεν υπάρχουν εμπραγμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασφαλισμένοιπιστωτές,στ) τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη καθ' όλη τη διάρκεια τουτελευταίου έτους πριν από την ημέρα της επικύρωσης είναι μηδενικά καιζ) είναι συνεργάσιμος σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας που θεσπίστηκεμε Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος - Ευρωσύστημα ΕπιτροπήΠιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Β' 2289/27.8.2014), ο ειρηνοδίκηςδύναται κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και εφόσον οι δανειστές πουπεριλαμβάνονται στην αίτηση δεν αμφισβητούν, κατά το χρόνο της συζήτησηςτης αιτήσεως. τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, να διατάξει,δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την προσωρινήαπαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση.2. Η προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη κατά την ανωτέρω παράγραφοχορηγείται για διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών. Από της εκδόσεως τηςδικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 1 και για όσο χρόνο διαρκεί ηπροσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη αναστέλλονται το πάσης φύσεως ατομικάκαταδιωκτικά μέτρα εναντίον του. Με την επιφύλαξη των διατάξεων τωνάρθρων 938 ΑΚ επ. περί καταδολίευσης δανειστών και εφόσον κατά τηδιάρκεια ισχύος της προσωρινής απαλλαγής δεν μεταβληθούν οιπροϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, αφού παρέλθει διάστημαδεκαοκτώ (18) μηνών, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεώντου σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του ν. 3869/2010. Κατά τηδιάρκεια του ανωτέρω διαστήματος, ο οφειλέτης υποχρεούται να ενημερώνειοποτεδήποτε καταστεί αναγκαίο, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο ανάτρίμηνο, από την ημερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως τηςπαραγράφου 1, τη γραμματεία του ειρηνοδικείου στην οποία τηρείται οφάκελος του, για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής περιουσιακής τουκατάστασης και των πάσης φύσεων εισοδημάτων του ιδίου και της οικογενείαςτου. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης, ή σεπερίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει υπαιτίως να ενημερώσει ειλικρινώςτον φάκελο του σε σχέση με τα στοιχεία που αφορούν την περιουσιακή τουκατάσταση και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ιδίου και της οικογενείας του,τότε με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίουειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας,ο οφειλέτης κηρύσσεται έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγήςκαι αίρεται η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του.3. Σε περίπτωση μεταβολής της περιουσιακής ή εισοδηματικής κατάστασηςτου οφειλέτη κατά τη διάρκεια της προσωρινής απαλλαγής, είναι δυνατόν μεαίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίουειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας,ο οφειλέτης να κηρυχθεί έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγήςκαι να αρθεί η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του,εφόσον αυτό δικαιολογείται από την μεταβολή της περιουσιακής ήεισοδηματικής του κατάστασης.4. Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, τυχόν υποβολή νέουαιτήματος από τον οφειλέτη κατά τον παρόντα νόμο δεν υπόκειται στονπεριορισμό του άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο δ', εφόσον δεν πρόκειται γιαυποβολή νέου αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.»

14. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης καιεφόσον δεν έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή κατά την παράγραφο 2 τουάρθρου 5 του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομοσυμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τηδιαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικήςδιαδικασίας που έχει ξεκινήσει κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται γιαχρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή, εφόσον η συζήτησητης κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρασυζήτησης της κύριας αιτήσεως. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικώνμέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτησησύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου,ανεξαρτήτως εάν αυτοί έχουν εκκινήσει ή όχι διαδικασίες αναγκαστικήςεκτέλεσης εις βάρος του οφειλέτη. Η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίαςδιατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο εφόσον αυτό πιθανολογεί: α) τηνευδοκίμηση της κύριας αίτησης και β) την πρόκληση ουσιώδους βλάβης στασυμφέροντα του αιτούντος.»

15. Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«2. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η οποίαδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της. Η ισχύς της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή,εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. Το δικαστήριο διατάσσει τα ασφαλιστικάμέτρα εφόσον πιθανολογεί ότι: α) η κύρια αίτηση θα ευδοκιμήσει και β)επίκειται μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της,ουσιωδώς επιζήμια για τους πιστωτές.»

16. Το εδάφιο α' της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταταιως εξής:«Οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι τηνέκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.»

17. Το εδάφιο α' της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταταιως εξής.«Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο,αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση τουΚυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει τουν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) πουδιενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τονοφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3)ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσηςφύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών,συμμέτρως διανεμόμενου.»

18. Το άρθρο 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:«Αρθρο 9Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας - Προστασία κύριας κατοικίας1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεταιαπαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνειαναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής.Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οιοποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 τουΚΠολΔ. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριντων πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση τωνπιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. Από τηρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 953 τουΚΠολΔ. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ.2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εκδίδεται σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί η κυρία κατοικία του από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, ιδίως ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου το ύψος του συνόλου των οφειλών κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατάθεσης της αίτησης και το μικτό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη.Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση,αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις τωνπιστωτών ικανοποιούνται συμμέτρως από τις καταβολές του οφειλέτη με βάσητην παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεταιυπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνειτα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών,οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη.3. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ'εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Καταγγελία της ρύθμισης της παραγράφου 2 επιτρέπεται εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τεσσάρων διαδοχικών μηνιαίων δόσεων ετησίως ή καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης,έτσι το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώςτην αξία τεσσάρων (4) μηνιαίων δόσεων ετησίως. Για τον υπολογισμό του έτους στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνεται ως αφετηρία ο χρόνος έκδοσης τηςαποφάσεως που διατάσσει την καταβολή των δόσεων κατά το παρόν άρθρο.Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξειςτης παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο τουοφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ' αυτών.4. Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τιμήματος από την πώληση τουακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στοσύνολο των απαιτήσεων τους, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα ως ισχύει.5. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010,πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών πουορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει τοποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεταιεντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπεζας,προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»

19. Στο άρθρο 10 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:«4. Ο οφειλέτης υποχρεούται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του παρόντος νόμου να επιδεικνύει τη συμπεριφορά συνεργάσιμου δανειολήπτηυπό την έννοια της Απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος - Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 2287/27.8.2014) σε σχέση με τους συνεργάσιμους δανειολήπτες.»

20. Στο άρθρο 13 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής«3. Στα Ειρηνοδικεία της Επικράτειας αναπτύσσεται και τηρείται Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (Ο.Π.Σ.) Αιτήσεων και φακέλων, στο οποίο καταγράφονται όλα τα στοιχεία των αιτήσεων και η πορεία τωνυποθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας καιΑνθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες ανάπτυξης καιλειτουργίας του Ο.Π.Σ..»

21. Στο άρθρο 13 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:«4. Με ευθύνη και πρωτοβουλία της Γραμματείας των Ειρηνοδικείων τόσον οιήδη εκκρεμείς αιτήσεις του παρόντος νόμου όσο και οι αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου,κατηγοριοποιούνται ανάλογα με: α) το ύψος των οφειλών και β) το ύψος τηςπεριουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Οι σημαντικότερες με βάση ταανωτέρω κριτήρια αιτήσεις προσδιορίζονται κατά προτεραιότητα όσον αφοράτη συζήτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας καιΑνθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.»

 

 

Μεταβατικές διατάξεις

 

1. Οι οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμεί κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου και εφόσον μέχρι τότε δενέχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλουν στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 τουν. 3869/2010 Η υπαίτια παράλειψης του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του ν. 3869/2010.

2. Εφόσον στο πλαίσιο της εκκρεμούσας αιτήσεως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 ή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010, η οποία εξακολουθεί μετά τηνπαρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 1, καθένας από τους διαδίκους έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της υφιστάμενης προσωρινής διαταγής ή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον τούτο δικαιολογείται με βάση τα επικαιροποιημένα στοιχεία που κατέθεσε ο οφειλέτης.

3. Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές τους, δύνανται να επανυποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης,Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που θα εκδοθεί εντός ενός (1)μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικό έγγραφα και δικαιολογητικά.

4. Εντός τεσσάρων (4) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντοςνόμου, κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει με κλήση, ατελώς, να επαναπροσδιοριστεί υπόθεση που είχε προσδιοριστεί πέραν της τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, σε συντομότερη δικάσιμο. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, επαναπροσδιορίζεται αυτεπαγγέλτως εντός τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου το σύνολοτων υποθέσεων, οι οποίες έχουν ήδη προσδιοριστεί πέραν της τριετίας,αρχίζοντας από αυτές που έχουν προσδιοριστεί συντομότερα με προτίμησηστις σημαντικότερες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, υποθέσεις. Ο ορισμός συντομότερης δικασίμου γίνεται ατελώς για τον αιτούντα. Η πράξη προσδιορισμού δικασίμου κοινοποιείται είτε με επίδοση από δικαστικόεπιμελητή είτε με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ιδίως τηλεομοιοτυπία ήηλεκτρονική αλληλογραφία στον πληρεξούσιο δικηγόρο ή στον διάδικο. Η γραμματεία του δικαστηρίου υποχρεούται να αναρτά κάθε μήνα σε πίνακα ανακοινώσεων έγγραφο, από το οποίο προκύπτουν οιεπαναπροσδιοριζόμενες υποθέσεις, καθώς και η αρχική και η νεότερη δικάσιμος. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας καιΑνθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

5. Οι διατάξεις του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α 4 καταλαμβάνουν τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του.

6. Έως την έκδοση της απόφασης του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αντικαθίσταται από την παράγραφο 18 του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του καταργούμενου άρθρου.

 


Επικοινωνία

Αγρίνιο Ι.ΣΤΑΙΚΟΥ 2,

Τηλ: 26410-57996

Fax: 26410-57996

Κινητό: 6979711731

E-mail: e.alexopoulos@dsagrin.gr